21. Η ΠΥΡΠΟΛΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ, 1822, αχρονολόγητο και ανυπόγραφο. Τέμπερα σε χαρτί, 46x79 εκ. (βλ. Οδηγό, σελ. 43).
Πρόκειται για μία παραστατικότερη εκδοχή της σκηνής που απεικονίζεται στον αρ. 13 και η οποία μένει πιστότερη στο κοινό πρωτότυπο των δύο έργων (αρ. 131-10). Αν και ανυπόγραφο, είναι προφανές ότι ανήκει στον Αριστείδη Γλύκα. Το ύφος, η σύνθεση και οι ιστορικοί αναχρονισμοί μαρτυρούν το δημιουργό του πίνακα.
Τα ονόματα των πυρπολητών Κανάρης και Πιπίνος είναι γραμμένα στις βάρκες τους καλλιτεχνική αδεία. Δεν πρόκειται για κωπήλατες βάρκες της δεκαετίας του 1820, αλλά για σωσίβιες λέμβους του 20ού αι., οι οποίες είναι κατασκευασμένες με διπλαρωμένα σανίδια πετσώματος.
Ο ίδιος άθλος, στον έναν πίνακα χρονολογείται το 1821 (αρ. 13) και στον άλλο το 1822 (αρ. 21). Η πυρπόληση των ξύλινων εχθρικών πλοίων ήταν μια τακτική θαλάσσιου ανταρτοπόλεμου που ακολουθούσε συνήθως ο ασθενέστερος.
Παλιά άχρηστα σκάφη γεμίζονταν με εύφλεκτα υλικά (παλιά πανιά, ξύλα, άχυρα κ.τ.λ.) και έπλεαν προς το πλοίο-στόχο σταβέντο (κατά τη διεύθυνση του ανέμου). Μόλις οι πυρπολητές πρόσδεναν το μπουρλότο (πυρπολικό πλοίο) στο «πλοίο-θύμα» μέσω κερκετών, του έβαζαν φωτιά και διέφευγαν στο μικρό κωπήλατο πλοιάριο που μετέφεραν μαζί τους.
Προκειμένου να εκθέσουν τη ζωή τους σε μικρότερο κίνδυνο, οι πυρπολητές, αφού πρώτα εγκατέλειπαν το μπουρλότο, στη συνέχεια το ανάφλεγαν ρίχνοντάς του βόμβα (βλ. αρ. 133 στην είσοδο).
Τα μπουρλότα ήταν αποτελεσματικά ενάντια σε αγκυροβολημένα πολεμικά πλοία καθώς και σε πλοία σε μπονάτσα, τα πολεμικά όμως πλοία που βρίσκονταν εν πλω κατόρθωναν συχνά να ξεφύγουν από τα μπουρλότα. Η επιτυχία τους στηριζόταν εξίσου στην ανδρεία και την πειθαρχία των πυρπολητών αλλά και στη δειλία και τον πανικό του πληρώματος του «πλοίου-θύματος». |
21. "FIRING OF THE TURKISH
FLEET, 1822", undated and unsigned, tempera on paper, 46x79 cm (see Guide, p. 43).
This is a livelier version of the scene in No. 13, even closer to the same original (No. 131-10). Though unsigned, it is quite evidently by Aristeidis Glykas: the style, composition and historical anachronisms are all the same.
The names of the incendiaries Kanaris and Pipinos are unrealistically painted on their escaping boats, which are clinker-built 20th-century ship's lifeboats, not typical oared boats of 1820s.
The same exploit is dated 1821 in one painting (No.13) but 1822 in the other (No. 21).
The burning of an enemy's wooden warships was a "naval guerrilla" tactic generally used by the weaker combatant. An old useless vessel was filled with inflammables (old sails, wooden spars, straw, etc.) and sailed to its target ship downwind. Once the fire-ship was attached by grappling hooks to its victim, it was set alight and its crew escaped into a small boat they had brought with them.
Or, less dangerously, after the incendiaries had abandoned their fire-ship, they ignited it by throwing a bomb into it (see No. 133 in the entrance hall).
Fire-ships worked well against anchored or becalmed warships, but were generally ineffective against ships under way, which could usually avoid them. Their success depended not only on the bravery and discipline of the incendiaries, but equally on the cowardice and panic of their victim's crew.
|